Τα εντυπωσιακά αρχαιολογικά ευρήματα της νήσου Χρυσής παρουσιάστηκαν στην Ιεράπετρα, φωτίζοντας έναν ακμαίο μινωικό οικισμό με έντονη βιοτεχνική δραστηριότητα και παραγωγή πορφύρας, αλλά και τη διαχρονική σημασία του νησιού από την αρχαιότητα έως τα ρωμαϊκά χρόνια
Στην αίθουσα «Μελίνα Μερκούρη» του Δήμου Ιεράπετρας, παρουσιάστηκαν από την επίτιμη Προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λασιθίου κ Χρύσα Σοφιανού, στο πλαίσιο του Ανοικτού Πανεπιστημίου, οι αρχαίες εγκαταστάσεις που έχει φέρει φως τα τελευταία 17 χρόνια η σκαπάνη των αρχαιολόγων στη νήσο Χρυσή που βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της Ευρώπης. Οι αρχαιολόγοι έχουν αποκαλύψει και σε προηγούμενες αναφορές τους ότι, στον Μινωϊκό οικισμό της Χρυσής που έχει έρθει στο φως από την ανασκαφική έρευνα, λειτουργούσε εκείνη την εποχή το σπουδαιότερο εργαστήριο επεξεργασίας οστράκων murex και παραγωγής πορφύρας.
Η νησίδα Χρυσή βρίσκεται νότια της Κρήτης και ανήκει στο Δήμο Ιεράπετρας. Από το 2008 ως το 2025 στο νησί έγινε μια συστηματική επιφανειακή έρευνα, δύο σωστικές ανασκαφές και μια συστηματική ανασκαφή 5ετούς διάρκειας.
«Η επιφανειακή έρευνα απέφερε ενδείξεις κατοίκησης ή ανθρώπινης δραστηριότητας στο νησί από την Εποχή του Χαλκού ως και τον προηγούμενο αιώνα. Επίσης, εντόπισε τρεις δεξαμενές που συγκέντρωναν ακόμη νερό και χρονολογούνται στην Ύστερη Ελληνιστική και στη Ρωμαϊκή περίοδο, επτά πηγάδια και λαξευτές ιχθυοδεξαμενές στην παραλία απροσδιόριστης χρονολόγησης.
Οι ανασκαφές της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λασιθίου έφεραν στο φως ένα μινωικό οικισμό από τον οποίο ανασκάφτηκαν τρία κτίσματα (Α1, Α3, Β1) και δύο μεγάλα κτιριακά συγκροτήματα (Α2, Β2). Επίσης ανασκάφτηκαν δύο μεγάλες δεξαμενές και ένας πύργος ελληνιστικής περιόδου.
Στο μινωικό οικισμό οι μεγάλες ποσότητες οστράκων πορφύρας που βρέθηκαν μέσα σε δωμάτια, αποδεικνύουν μια πρωιμότατη βιοτεχνική παραγωγή της πανάκριβης πορφυρής βαφής που χρονολογείται κατά τη διάρκεια των πρώτων ανακτόρων της Κρήτης, συγκεκριμένα στην ΜΜ ΙΙ περίοδο. (περίπου 1750 π.Χ.) Γενικά ο οικισμός ήταν οικονομικά εύρωστος όπως αποδεικνύεται από τα ευρήματα, οι κάτοικοί του ασχολούνταν με την αλιεία, την επεξεργασία της πορφύρας και το θαλάσσιο εμπόριο. Ένα μεγάλο κτίριο (Β2) με περισσότερους από 20 χώρους κατοικήθηκε από τη MεσοMινωική έως την ΥστεροΜινωική περίοδο. (περίπου 1750-1450 π.Χ.) Παρά την απλή αρχιτεκτονική του είχε όροφο και δύο από τα δωμάτιά του περιείχαν «θησαυρούς» από μέταλλα, κοσμήματα και ημιπολύτιμους λίθους.
Τα ανασκαφικά δεδομένα οδηγούν στην υπόθεση ότι οι κάτοικοι του μεγάλου κτιρίου με τους «θησαυρούς» ανήκαν σε ένα ανώτερο κοινωνικό επίπεδο και ασκούσαν διοικητικά καθήκοντα, διαχειριζόμενοι την παραγωγή και το εμπόριο της πορφύρας», μας είπε η κ Χρύσα Σοφιανού.
Η σημασία όμως του νησιού δεν περιορίζεται μόνο στα μινωικά χρόνια. Η κατοίκησή του συνεχίστηκε στους ιστορικούς χρόνους και οι ανασκαφές αποκάλυψαν στοιχεία για τη χρήση και εκμετάλλευσή του από την κυρίαρχη τότε Ιεράπυτνα.
«Ένας τετράγωνος πύργος της ελληνιστικής περιόδου προστάτευε το νησί και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του που πιθανότατα ήταν η επεξεργασία της πορφύρας, η περισυλλογή του αλατιού από την αλυκή και των αρκεύθων (κεδροκούκουτσα) από το αιωνόβιο δάσος που υπάρχει και σήμερα. Επιπλέον, έλεγχε το θαλάσσιο πέρασμα μεταξύ Κρήτης και Χρυσής και προφανώς λειτουργούσε ως φρυκτωρία. Ο πύργος καταστράφηκε τον 1ο αι., πιθανόν το 67 π.Χ. κατά την κατάκτηση της Ιεράπυτνας από τον Ρωμαίο στρατηγό Κόϊντο Καικίλιο Μέτελλο, οπότε το νησί πέρασε στην εξουσία της Ρώμης. Ωστόσο η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Χρυσής συνεχίστηκε και στη ρωμαϊκή περίοδο. Οι τρεις δεξαμενές με το κονίαμα εσωτερικά που κατασκευάστηκαν τον 1ο αι. μ.Χ. είχαν διαχρονική χρήση καθώς φέρουν επανειλημμένες επισκευές, αποδεικνύοντας τη μεγάλη ανάγκη που υπήρχε στο νησί για πόσιμο νερό», πρόσθεσε η κ. Χρύσα Σοφιανού.
Τα συμπεράσματα που έχουν εξαγάγει από τη μελέτη των αρχαιολογικών θησαυρών που έχουν έρθει στο φως, δείχνουν ότι υπήρχαν χρονικοί περίοδο που στη Χρυσή δεν υπήρχε ανθρώπινη παρουσία.
«Συμπερασματικά, οι ανασκαφές απέδειξαν μόνιμη κατοίκηση στους Μινωικούς χρόνους, μια μεγάλη περίοδο εγκατάλειψης από τον 15ο έως τον 1ο αι. π.Χ., και επανακατοίκηση της Χρυσής στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο. Οι δεξαμενές και τα διάσπαρτα πηγάδια αποδεικνύουν τη σπουδαιότητα του νερού για το νησί σε όλες τις εποχές. Στην Ενετική και Οθωμανική περίοδο η επιφανειακή έρευνα διαπίστωσε ανθρώπινη δραστηριότητα κυρίως στο δυτικό τμήμα του νησιού, γύρω από το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου. Μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους το νησί δεν ξανακατοικήθηκε, ήταν μόνο βοσκότοπος χωρίς μόνιμη ή περιστασιακή κατοίκηση.
Η καταστροφή τόσο των μινωικών όσο και των μεταγενέστερων εγκαταστάσεων, ήταν μάλλον από εχθροπραξίες αλλά έγινε σε διαφορετικούς χρόνους και από διαφορετικές αιτίες» κατέληξε η κ. Χρύσα Σοφιανού.
Η χρηματοδότηση των ανασκαφών έγινε από την Περιφέρεια Κρήτης, το ΥΠΠΟ και το Δήμο Ιεράπετρας. Η Μελέτη συντήρησης χρηματοδοτήθηκε από την ΑΜΚΕ «ΑΙΓΕΑΣ». Η τεχνική και επιστημονική υποστήριξη ήταν από το INSTAP στην Παχειά Άμμο και η γραμματειακή υποστήριξη από την ΕΦΑΛΑΣ.
Οι ανασκαφές στη Χρυσή θα συνεχιστούν τα επόμενα χρόνια εφόσον υπάρχουν οι απαιτούμενες χρηματοδοτήσεις.


